ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

Του Δημήτρη Παρθένη*

Μικρή αναδρομή – μικρή αποτίμηση

Η οικονομική κρίση, η οποία, αν δει κανείς πιο ψύχραιμα τα δεδομένα, δεν θα έπρεπε να είχε αιφνιδιάσει, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την ελληνική της εκδοχή, αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία της ανάπτυξης κινήσεων πολιτικής αλληλεγγύης προς τα πιο ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας (οικονομικά ασθενέστεροι, άνεργοι, μετανάστες κ.λπ.). Ουσιαστικά, μετά το 2008 άρχισαν να διαφαίνονται τα πρώτα σημάδια της αδυναμίας μέρους του πληθυσμού να διατηρήσει αξιοπρεπείς όρους διαβίωσης. Για να ακριβολογούμε, αυτή η κατάσταση επιβλήθηκε σε ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας όχι γιατί ήταν ουσιαστικά αναγκαία, αλλά γιατί αυτό βόλευε το οικονομικό «status» και φυσικά τους πολιτικούς του εκφραστές. Την καταναλωτική ευδαιμονία διαδέχθηκε η λαίλαπα του Μνημονίου. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και τα κόμματα, όλοι μας, ήμασταν τραγικά απροετοίμαστοι για οποιαδήποτε αντίσταση.

Πολίτες με διάθεση ενεργοποίησης εμπιστεύονται περισσότερο δομές αλληλεγγύης, παρά επίσημους πολιτικούς σχηματισμούς.

Όλα τα προηγούμενα χρόνια, με κυρίαρχη την εγκατάσταση της «τηλεδημοκρατίας», τη βασιλεία της κλεπτοκρατίας, τα εκφυλιστικά φαινόμενα στον συνδικαλισμό, τα ατομικιστικά μοντέλα συμπεριφοράς, την ψευτο-ευμάρεια, τη διαρκώς διογκούμενη κρίση αξιών, την εγκατάλειψη των παραδοσιακών αξιών, οι πολίτες οδηγήθηκαν έξω από συλλογικότητες και σε μια μοναχική στάση. Η στάση αυτή δεν είχε πολιτικά χαρακτηριστικά και κατά βάση ήταν μια παθητική αποδοχή τής όλης αθλιότητας. Ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη του συλλογικού αποτέλεσε τον ασφαλή δρόμο μιας περαιτέρω συντηρητικής στάσης, όπου «πολλά ήταν συγχωρητέα, γιατί δίπλα γίνονταν χειρότερα». Σε αυτό το πλαίσιο της χρονίζουσας πολιτικής ραστώνης, ο περιορισμός των δικαιωμάτων, η αδυναμία επιβίωσης, η έλλειψη της επιφανειακής -έστω ελάχιστης- κοινωνικής προστασίας χτυπούν τη διπλανή πόρτα στην αρχή και προοδευτικά κάθε πόρτα, οδηγώντας πολλούς σε μια προσπάθεια να μοιραστούν με τον διπλανό τους μέρος έστω των προβλημάτων τους.

Πολίτες μέσα από μια πανσπερμία διαδρομών πλαισιώνουν τις δομές αλληλεγγύης.

Χωρίς να παραγνωρίζει κανείς την πολιτικά πρωτοποριακή συνδρομή πολιτών του χώρου της Αριστεράς, ένα σημαντικό κομμάτι ανένταχτων ευαισθητοποιημένων πολιτών εκδηλώνει τη διάθεσή του να πλαισιώσει δομές αλληλεγγύης και να συμβάλει, με έναν ενεργό τρόπο, στην πραγματικότητα της αντιμετώπισης των συνεπειών της κρίσης. Η μορφωτική σκευή των πολιτών που συμμετέχουν στις δομές αλληλεγγύης ποικίλλει: από μεταπανεπιστημιακή εκπαίδευση έως και βασική, άλλοτε βοηθούν σαν απλοί εθελοντές και άλλοτε σαν ειδικοί επιστήμονες. Οι στόχοι επίσης ποικίλλουν. Η πολιτική σκοπιά της αλληλεγγύης δεν είναι πάντα ξεκάθαρη, άλλοτε συγχέεται με τη φιλανθρωπία, άλλοτε γίνεται αντιληπτή ως το όχημα που θα οδηγήσει τον επωφελούμενο σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες κάποτε προσεγγίζουν τη δομή με σκοπό την υπαρξιακή τους επιβεβαίωση, κάποτε με στόχο στήριξη σε ατομικά ψυχικά ελλείμματα, άλλοτε στοχεύοντας στην προσωπική ανάδειξη, άλλοτε από πολιτικό καθήκον. Μέσα από μια πανσπερμία διαδρομών, δημιουργούνται κοινωνικά φαρμακεία, κοινωνικά ιατρεία, κοινωνικά παντοπωλεία, αναπτύσσεται εμπόριο χωρίς μεσάζοντες, οργανώνονται συμβουλευτικές δομές σε δανειολήπτες, πρωτοεμφανίζονται κοινωνικά φροντιστήρια. Έτσι, στην Ελλάδα της κρίσης ένας αέρας αλληλεγγύης, όχι πάντα αθώος, αλλά σίγουρα ελπιδοφόρος, και στον αντίποδα του κυνισμού του Μνημονίου και των εγχώριων φερέφωνών του, πνέει σταθερά τα τελευταία χρόνια.

Με προεξάρχουσες τις ιατροϋγειονομικές δομές αλληλεγγύης, το κίνημα της αλληλεγγύης γίνεται ευρύτερα γνωστό.

Κυρίως λόγω αντικειμένου και ενώ η έκταση της ανθρωπιστικής κρίσης γίνεται ευρύτερα γνωστή, οι ιατροϋγειονομικές δομές αλληλεγγύης συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του διεθνούς Τύπου. Με τον τρόπο αυτό δημοσιοποιούνται πληροφορίες και συμπεράσματα που προκύπτουν από τις συγκεκριμένες δράσεις, που αφορούν τους ανασφάλιστους και τα πλέον ευπαθή τμήματα της κοινωνίας. Αναδεικνύονται οι αυτοκτονίες, η μαζική κατάθλιψη, η παντελής έλλειψη πρωτοβάθμιας υγειονομικής πρόληψης, η δραματική για την πρόγνωση καθυστέρηση στη διάγνωση θανατηφόρων νοσημάτων, η μείωση του μέσου όρου ζωής, ο περιορισμός εμβολιασμών σε κατηγορίες παιδιών, η έλλειψη προληπτικών ψεκασμών, η επανεμφάνιση σοβαρών λοιμωδών νοσημάτων, η έλλειψη βασικών φαρμάκων, η έλλειψη αντικαρκινικών φαρμάκων.
Με τον τρόπο αυτό απογυμνώθηκε το «success story» και έμεινε ο κυνισμός και η αδιαφορία των «συγκυβερνώντων του μεταπολιτευτικού κύκλου», που αποδείχθηκαν εγκληματικά με τις εκατόμβες των θυμάτων που προκάλεσαν. Σ’ αυτό το σκηνικό, το κίνημα αλληλεγγύης εγγράφει νίκες που επενδύονται στην ίδια την πάσχουσα κοινωνία. Η περσινή (2014) ασθμαίνουσα νομοθετική πρωτοβουλία Βορίδη για την ιατροφαρμακευτική κάλυψη των ανασφάλιστων ήταν μια τρανταχτή απόδειξη της αποτελεσματικής δράσης του κινήματος αλληλεγγύης. Οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζαμε βέβαια πως μια τέτοια απόφαση ελήφθη αποκλειστικά και μόνο για το θεαθήναι, αφού όλα τα προηγούμενα χρόνια η «συγκυβέρνηση του μεταπολιτευτικού κύκλου» εργάστηκε άοκνα για τη διάλυση και αποδόμηση του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Η αλληλεγγύη αιφνιδιασμένη μπροστά στην αριστερή διακυβέρνηση.

Η συμβολή του κινήματος αλληλεγγύης στην απελευθέρωση ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων από παραδοσιακούς «πολιτικούς τους εγκλωβισμούς» (Ν.Δ. – ΠΑΣΟΚ) είναι προφανής και αναμφισβήτητη. Παρά το ότι το μιντιακό σύστημα, παρουσιάζοντας μια εικονική πραγματικότητα, γίνεται ένα καλοστημένο «πλυντήριο εγκεφάλου», στον αντίποδα η αλληλεγγύη με την αμεσότητα της επικοινωνίας, εμπλουτισμένη με το βίωμα, γίνεται χώρος ζυμώσεων και μηχανισμός συνειδητοποίησης του πολίτη, στον οποίο πέταγαν στάχτη στα μάτια. Οι δομές αλληλεγγύης συμβάλλουν καταλυτικά στην απελευθέρωση της εκδήλωσης ολότελα διαφορετικών πολιτικών τοποθετήσεων από τους πολίτες και η συμμετοχή σε αυτές γίνεται ένα πεδίο πολιτικού επαναπροσδιορισμού.
Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί πως η αλληλεγγύη είναι ένα κίνημα και ένα κίνημα είναι όπως ένα παιδί: έχει πάθος, έχει σφρίγος, έχει σθένος, αλλά δεν έχει την ωριμότητα και στο τέλος – τέλος δεν χρειάζεται να την αποκτήσει. Αντίθετα, τα πολιτικά κόμματα, ως συγκροτημένοι θεσμοί και υποκείμενα παραγωγής πολιτικής και διαμεσολάβησης ανάμεσα στους πολίτες, στα κινήματα και στο κράτος, οφείλουν να δείχνουν στοιχεία ενηλικίωσης, που τα καθιστούν τελείως διαφορετικές κοινωνικές συσσωματώσεις από τις κινηματικές δομές. Έχουν συγκροτημένη στρατηγική και τακτική, χαρακτηρίζονται από κατακτήσεις και υποχωρήσεις, αναδιπλώσεις, συμβιβασμούς, επιθέσεις και ανασχέσεις και μια σειρά άλλων ανάλογων στοιχείων που τα κινήματα ούτε μπορούν ούτε οφείλουν να συνειδητοποιήσουν.

Η πραγματικότητα της αριστερής διακυβέρνησης έχει σαστίσει αρκετούς, προκαλώντας μια πολιτική αμηχανία. Κάποιοι, μη αντιλαμβανόμενοι την έννοια της αυτονομίας των κινημάτων, αναζητούν τη μείζονα ευκαιρία να ασκήσουν αντιπολίτευση «διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν». Απαιτούν αενάως και αδιακρίτως η αλληλεγγύη να διεκδικήσει εδώ και τώρα τα πάντα: αυξήσεις, νέες θέσεις ιατρών και νοσηλευτών, βελτίωση δομών και εξοπλισμών, αγορά αντιδραστηρίων, φιαλιδίων και δεν συμμαζεύεται (…). Ορισμένοι άλλοι αγχώνονται αν ο λόγος τους φανεί αντιπολιτευτικός ως προς την κυβέρνηση. Έτσι, η διεκδίκηση για το γκρέμισμα του φράχτη του Έβρου γίνεται Λυδία λίθος. Ουσιαστικά δεν συνειδητοποιούν πως το υπέρ ή κατά του γκρεμίσματος του φράχτη δεν ταυτίζεται με το υπέρ ή κατά της κυβέρνησης της Αριστεράς!
Στη μία ή στην άλλη περίπτωση, η αλληλεγγύη αποτελεί σημαντική ελπίδα και η νέα πρόκληση που καλείται να διαχειριστεί είναι η ασταμάτητη προσφυγιά, η διαχείρισή της, η στήριξη όλων αυτών των ξεριζωμένων ανθρώπων, η ανάδειξη του ανθρωπισμού ως βασικής αξίας στην εποχή της κυριαρχίας του χρήματος.

Η αλληλεγγύη από ‘δω και πέρα.

Εφόσον ο βασικός πολιτικός διαχωρισμός των κινημάτων αλληλεγγύης από αυτόν της φιλανθρωπίας είναι πως ο επωφελούμενος της αλληλεγγύης δεν δέχεται απλά τις παροχές, αλλά συνειδητοποιεί, ενεργοποιείται και ενδεχομένως συμβάλλει στη λειτουργία της δομής που τον βοηθά. Στην προοπτική αυτή, η προμετωπίδα του κινήματος αλληλεγγύης θα πρέπει να είναι η συμβολή του στη συνειδητοποίηση των πολιτών πάνω σε ορισμένα θεμελιώδη ζητήματα, όπως στην ανάγκη συλλογικής δράσης, την κατανόηση των αδιεξόδων της υπερκατανάλωσης, την αμφισβήτηση των κυρίαρχων δομών διοίκησης, την αντιμετώπιση της πολυφαρμακίας και του κυρίαρχου μοντέλου ιατρικής που προάγει την ιατρογενή νόσηση. Παράλληλα και γενικότερα, το κίνημα αλληλεγγύης πρέπει να συμβάλλει στην εμπέδωση μιας άλλης καταναλωτικής συνείδησης, όπου ο καταναλωτής θα στέκεται με πιο ενεργό ρόλο σε ό,τι αφορά την καταναλωτική του συμπεριφορά. Περισσότερο όμως απαιτείται ένας γόνιμος και ανοιχτός διάλογος, με στόχο την περαιτέρω πολιτικοποίηση των εθελοντών και την καλλιέργεια των αντιστάσεων όλων απέναντι σε μια πολιτική πραγματικότητα που όλο και πιο πολύ καθορίζεται από τα media και όχι από τους πολίτες.

* Ο Δημήτρης Παρθένης είναι M.D., M.Sc., Ph.D., αγγειοχειρουργός, μέλος του ΚΙΦΑ, μέλος της γραμματείας του Τομέα Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΑΥΓΗ, στις 20.11.2015

Share itShare on FacebookTweet about this on TwitterShare on Google+Share on LinkedIn